Ιερά Μονή Διχούνιου

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: 400 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ (1611-2011)
 
    Για να κατανοήσουμε τη σημασία της επανάστασης του Διονυσίου Φιλοσόφου το 1611 πρέπει να  γνωρίσουμε τις ατραπούς της δουλείας, το οικονομικό-διοικητικό και δικαστικό πλαίσιο της Οθωμανικής κυριαρχίας.
    Έτσι η επανάσταση του 1611- 400 χρόνια μετά-  μπορεί να γίνει σπέρμα μιας νέας κοινωνικής και  εθνικής ζωής για όλους εμάς τους νεοέλληνες.
    Η Οθωμανική κυριαρχία ακολούθησε τα συνηθισμένα βήματα άλλων δεσποτισμών στην πορεία της από τη διαφθορά στην τελική παρακμή. Η εκλογή αγράμματων και ανίκανων υπουργών, στρατηγών και ναυάρχων διευκολύνθηκε από τη μοιρολατρία των μωαμεθανών. Ο όχλος που έκρινε τους μεγάλους βεζύρηδες και τους ανώτατους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας περισσότερο από το ατομικό τους ήθος και την προσωπική τους συμπεριφορά παρά από την πολιτική που εφάρμοζαν, έδειχνε συχνά τη δυσαρέσκειά του για τα μέτρα εκείνων των μεγάλων βεζύρηδων που είχαν την καλύτερη φήμη πριν να αναλάβουν το αξίωμα.
    Η έκδηλη αντίθεση ανάμεσα στη συμπεριφορά ακόμα και των ικανότερων ανδρών σε διαφορετικές συνθήκες και θέσεις ανάγκασε το λαό να συμπεράνει πως δεν έφτανε μόνη της η ανθρώπινη διάνοια για την καθοδήγηση του ηγεμόνα στην εκλογή των κατάλληλων αξιωματούχων. Το θρησκευτικό στοιχείο ήταν πάντοτε ισχυρό μέσα  στο μωαμεθανικό πληθυσμό και έγινε πίστη στο λαό πως ήταν καλύτερα να εμπιστεύεται κανείς στο Θεό παρά στους ανθρώπους. Σ΄ αυτή τη θεϊκή προστασία ανέβασε την Οθωμανική αυτοκρατορία στην απαράμιλλη βαθμίδα δύναμης και δόξας και έδωσε γενική αναγνώριση στο λαϊκό ρητό: « Όταν παραχωρεί ο Θεός μια θέση, χορηγεί και τις ικανότητες που ζητά αυτή η θέση».
    Υπήρχε ένα κακό χαρακτηριστικό γνώρισμα στην Οθωμανική διοίκηση σε όλες τις θέσεις εξουσίας: η δωροδοκία, η οποία ήταν το άλφα και το ωμέγα στην πολιτική της αυτοκρατορίας.(Για να χαριτολογήσουμε και λίγο αλλά στα σοβαρά δεν είμαι σε θέση να αποδείξω αν το χαρακτηριστικό της δωροδοκίας είναι κληρονομική συνέχεια κι της σύγχρονης πολιτικής ζωής των Ελλήνων).
    Η φιλαργυρία ήταν πασίγνωστη, μάλιστα οι Πατριάρχες αγόραζαν το αξίωμά τους πληρώνοντας ένα χρηματικό ποσό στην Πύλη.(Το ίδιο έκανε και ο Παύλος Μελάς, το καλοκαίρι του 1904, στην πορεία του στη Δ. Μακεδονία: όπως ο ίδιος γράφει, πλήρωνε τους τούρκους στρατιωτικούς αξιωματούχους για να μην τους έχει εμπόδιο στην αντιμετώπιση του βουλγάρικου επεκτατισμού).
    Ο Ρουστέμ, μεγάλος βεζύρης του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη δήλωνε δημόσια πως εκείνο που με περισσότερη λαχτάρα ζητούσε η Πύλη ήταν το χρήμα. Με τη δωροδοκία κι τις φοροεισπράξεις ο Ρουστέμ συγκέντρωνε μια περιουσία που του έδινε ετήσιο εισόδημα διακόσιες χιλιάδες χρυσά δουκάτα, το δε ετήσιο εισόδημα του Σουλτάνου υπολογιζόταν στα 12.000.000 δουκάτα ενώ αντίστοιχα στη Δύση και ειδικότερα του Καρόλου του Ε΄ από όλες τις κτήσεις έφτανε τα 6.000.000.
    Ο ίδιος κανόνας ίσχυε και στη δικαιοσύνη. Τα δικαστικά αξιώματα πουλιούνταν το ίδιο ανοιχτά, όπως και τα διοικητικά με ό, τι αυτό συνεπαγόταν και στην απονομή της δικαιοσύνης.
    Αυτή η διαφθορά έγινε αγιάτρευτη, γιατί πότισε τον κορμό των Οθωμανών αξιωματούχων. Οι καταχρήσεις, που έχουν την αρχή τους στο δικαίωμα κάθε αξιωματούχου στην Τουρκία να απαιτεί έτσι θεληκά κατοικία και προμήθειες σε βάρος της πόλης ή του χωριού, έγιναν τόσο μεγάλο βάρος για τους ξωμάχους της αγροτικής ζωής, ώστε οι χωρικοί εγκατέλειπαν τις κατοικίες τους και μετανάστευαν στις πιο απομονωμένες κοιλάδες των βουνών. Πολλές περιοχές ερημώθηκαν από τους κατοίκους τους λόγω των εκβιασμών των πασάδων και των κατά τόπους φοροεισπρακτόρων. Στην Οθωμανική επικράτεια δύο ήταν οι κοινωνικές τάξεις: οι πλούσιοι και οι φτωχοί.
    Σ’ αυτήν την αθλιότητα στη ζωή των ανθρώπων αντιστάθηκε και επαναστάτησε ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος το 1611 μεσούσης της Οθωμανικής κυριαρχίας, όπου όλα τα΄σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
    Τα επαναστατικά του κινήματα στη Θεσσαλία αρχικά και μετά στην Ήπειρο δεν ήταν φαντασιόπληκτα κινήματα ενός δύστροπου, ισχυρογνώμονα, ιδιότροπου και εν τέλει πράκτορα της Καθολικής εκκλησίας, όπως θέλησαν να τα παρουσιάσουν οι βολεμένοι του συστήματος της Οθωμανικής κυριαρχίας.
    Ήταν κινήματα αγάπης και φιλευσπλαχνίας ενός ιερωμένου προς το πολύπαθο ποίμνιό του. Ήταν κινήματα ενός ανθρώπου της διανόησης και του πνεύματος, όπως ακριβώς αρμόζει στην πνευματική ηγεσία, κάθε φορά που διαπιστώνει ότι η κοινή ζωή των ανθρώπων τραβά την κατηφόρα.
    Δεν ήταν ο Διονύσιος ο Δον Κιχώτης της εποχής, που με τη φαντασία του πίστευε ότι θα απελευθερώσει το έθνος του. Εξάλλου έθνη το 1611 δεν υπήρχαν.
    Ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος ήταν η άγρυπνη συνείδηση των απελπισμένων, η οποία δεν επιτρέπει με οποιοδήποτε τίμημα να μετατρέπεται το όσιο και ιερό σε εμπόρευμα και η ομορφιά της ζωής σε σκληρή εκμετάλλευση και χρήμα. Ως μητροπολίτης Λάρισας δεν εισέπραττε φόρους, τους οποίους έπρεπε να αποδώσει, για να αυξηθεί το εισόδημα του κάθε λογής αξιωματούχου.
    Ο Διονύσιος πλήρωσε, αλλά πλήρωσε συνειδητά με τη ζωή του.
    Ο Καζαντζάκης γράφει ότι ρόλος του πνευματικού ανθρώπου είναι να φωνάζει στην έρημο. Ίσως κάποιος τον ακούσει. Αυτό έκανε ο Φιλόσοφος Διονύσιος. Πολύ πριν τον Καζαντζάκη, με το επαναστατικό του κίνημα από το μοναστήρι του Διχουνίου φώναξε μαζί με τους απελπισμένους της περιοχής μηδέ εξαιρουμένης και της Παραμυθιάς, για να κυοφορήσει τη γένεση και την ανάπτυξη του νεοελληνικού έθνους κάτω από τις απάνθρωπες σε αγριότητα και αυστηρότητα συνθήκες της Τουρκοκρατίας.
    Το επαναστατικό κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου δεν αποσιωπήθηκε μόνο. Συκοφαντήθηκε και το κίνημα και ο Δεσπότης του στο όνομα «της βασιλείας του πολυχρονίου βασιλέως σουλτάν Μεχμέτ και πολλά των ατόπων διανοηθείς και σκεψάμενος».
    Το ίδιο το Πατριαρχείο που τον όρισε μητροπολίτη Λάρισας τον καθαίρεσε από τη θέση με απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου επειδή δεν απέδωσε «την πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν και έτι προς τούτοις τα της βασιλείας χαράτσια εφάνη εν πάσιν απειθής και καταφρονητής» και επειδή «απόδρα εις τόπους αλλοτρίους της βασιλικής εξουσίας και αδυνάτως έχει επανελθείν εις την επαρχίαν ταύτην ως ανεφανείς της βασιλείας επίβουλος».
Αυτά μεταξύ των άλλων αναφέρονται στην καθαιρετική πράξη της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου, όπως αυτή δημοσιεύθηκε στην ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, περιοδικό της Κωνσταντινούπολης, 1882, σελίδα 780 και στη συνέχεια  στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ το 1928, σελίδες178-179.
   Ο Διονύσιος αρχικά διέφυγε τον εναντίον του διωγμό των Τουρκικών αρχών. Από τα Ηπειρωτικά παράλια πήγε στην Ιταλία και από εκεί στην Ισπανία. Φαίνεται να επισκέφτηκε και τον Πάπα και να πήρε υποσχέσεις βοήθειας. Περισσότερο ελπιδοφόρες πρέπει να ήταν οι υποσχέσεις του Καρόλου, του δούκα του Νεβέρ, ο οποίος φαίνεται να του είπε να φύγει να πάει στην Ήπειρο να οργανώσει επαναστατικό κίνημα κι αυτός από τη μεριά του θα έκανε απόβαση στα παράλια με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί όλη η Δυτική Βαλκανική.
    Τις υποσχέσεις των δυτικών, μάλλον, ο Διονύσιος τις πίστεψε. Υπήρχε όμως τότε ένα γενικότερο Δυτικό αντί-μωαμεθανικό κλίμα που κυρίως πήγαζε από τα ίδια γεωπολιτικά συμφέροντα των βασιλιάδων και των δουκών  για επέκταση των κτήσεών τους.
    Είναι γνωστό ότι ο Ισπανικός στόλος στα 1595 λεηλάτησε το Μοριά. Η Πύλη τότε είχε πειστεί ότι η επιτυχία των Ισπανών οφειλόταν κυρίως στις μυστικές συνεννοήσεις που είχαν με τους ραγιάδες. Για το λόγο αυτό στο ντιβάνι οργανώθηκε σχέδιο γενικής σφαγής του Χριστιανικού πληθυσμού της Οθωμανικής επικράτειας.
    Στην Ισπανία ο Διονύσιος δεν μπορεί παρά να είδε από κοντά τη μεταχείριση και τελικά το διωγμό στα 1609 των μωαμεθανών της Ισπανίας.
    Έτσι, μάλλον σίγουρος, αποφάσισε να επιστρέψει στο μοναστήρι του Διχουνίου για να οργανώσει το κίνημά του και όπως σημειώνει ο Γάλλος Πουκεβίλ- στον οποίο κυρίως στηρίζονται οι ιστορικοί Αραβαντινός,Σάθας και Χιώτης - συστράτευσε τον αγροτικό πληθυσμό από την επιρροή που είχε στη Θεσπρωτία και κυρίως την περιοχή της Παραμυθιάς έχοντας ως συνεργάτες τους Ποποβίτες, το  Ζώτο Τσίριπο, Γιώργο Ντελή και κάποιο Λάμπρο.
    Η βοήθεια των Δυτικών δεν ήρθε ποτέ. Όλα τα σχέδια του Δουκός Νεβέρ- σημειώνει στα Ιστορικά Απομνημονεύματά του ο ιστορικός Χιώτης- διεματαιώθησαν. «Διότι πέντε μεν πλοία έτοιμα να αποσταλώσιν με πολεμοφόδια εκάησαν εις τους λιμένας της Γαλλίας… Οι Βενετοί ωριμώτερον σκεπτόμενοι, έβλεπον εις πόσον μέγαν κίνδυνον εξετίθεντο…Οι ηγεμόνες της Ευρώπης…τα πάντα μεν υπέσχοντο, αεί δε δια τας προς αλλήλους ζηλοτυπίας εις νέους πολέμους διασπώμενοι ανέβαλον την άμεσον συνεργείαν»(τ.Γ΄,σ.151).
    Το αποτέλεσμα του κινήματος είναι γνωστό. Ο υπολογισμός-σωστός ή μη του Διονυσίου- σαφώς έχει την ιστορική του σημασία. Για τη φιλοσοφημένη και επαναστατική προσωπικότητα του Διονυσίου μάλλον δεν πρέπει να έχει σημασία. Οι επαναστάτες για ελεύθερη ζωή δε βαδίζουν με υπολογισμούς και στρατιωτικούς τακτικισμούς. Φτάνουν στο ύψος της πολεμίστρας όχι επειδή μετρούν, αλλά επειδή ωθούνται από ιδανικά, οράματα και αξίες της ζωής.
    Και αυτό έκανε ο Διονύσιος: Έφτασε στα Γιάννινα με 800 απελπισμένους,  ξωμάχους της ζωής χωρίς να έχει μετρήσει, χωρίς να έχει υπολογίσει, όχι πλέον στη βοήθεια των Δυτικών, αλλά και στη βοήθεια όσων στο κάστρο των Ιωαννίνων πρόσφεραν τις υπηρεσίες στον Οσμάν πασά. Πολύ δε περισσότερο χωρίς να υπολογίζει τη ζωή του.
    Με προσοχή διάβασα σε ηλεκτρονική σελίδα Θεσπρωτικής εφημερίδας το κείμενο του Παναγιώτη Τσαμάτου αφιερωμένο στο έτος του Διονυσίου Φιλοσόφου, όπου αναφέρει-και σωστά- ότι στους πολλούς ο Διονύσιος είναι γνωστός ως Σκυλόσοφος και όχι ως Φιλόσοφος, για να φανεί, όπως σημειώνει, η σκληρότητα της ιστορικής μνήμης στο πρόσωπό του. Και σωστά πάλι αναφέρει το στηλευτικό λόγο του Μάξιμου του Πελοπονήσιου ως προσπάθεια δυσφήμισης του Διονυσίου και του επαναστατικού κινήματός του.
    Σ’ αυτά θα προσθέσω κάτι εντελώς προσωπικό. Τόσο η καθαιρετική πράξη, όσο και ο λόγος του Μάξιμου δημοσιεύονται το 1928 στο ίδιο τεύχος και σε συνέχεια των σελίδων 178-179 η πράξη και 180-182 ο Μάξιμος στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, ώστε ο ανυποψίαστος αναγνώστης να έχει μια ολοκληρωμένη άποψη για το τι «διάβολος» ήταν ο Διονύσιος και πόσο «επικίνδυνο» ήταν το κίνημά του. Αν κάνω λάθος ,Θεός να με συγχωρέσει, να το πάρω πίσω.
    Κύριοί  της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας
   Σας τιμά η απόφαση να ανακηρύξετε - 400 χρόνια μετά-  το έτος 2011 ως έτος Διονυσίου του Φιλοσόφου.
    Με την ευκαιρία τών  που μου δώσατε  θέλω να σας καταθέσω δυο- τρεις σκέψεις μου.
    Ιστορικές πηγές, πέρα από τις γνωστές για το Διονύσιο και το κίνημα, δεν έχουμε. Διαβάζω ότι πρέπει να ανατρέξουμε στα Δυτικά ιστορικά αρχεία της Ιταλίας και Ισπανίας. Τα ιταλικά αρχεία, τόσο ο Ζαχαρίας Τσιρπανλής, όσο και ίσως πιο πολύ ο Γεώργιος Πλουμίδης, είναι ψαγμένα. Τα ισπανικά αρχεία, όπως γράφει ο Πλουμίδης, τα έχει δουλέψει ο αείμνηστος Στέφανος Παπαδόπουλος, ο οποίος έχει δώσει για πρώτη φορά την ιστορική διάσταση του κινήματος του Διονυσίου. Προσωπικά πιστεύω τον μακαριστό μητροπολίτη Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα που στο έργο του: Η Τραγωδία των Ομήρων (1951), προκειμένου να στηλιτεύσει τη σκόπιμη και παντελή αδιαφορία των εκπροσώπων της Πολιτείας για την εθνική πορεία και την ιστορική μνήμη, αναφέρει ως παράδειγμα το σκονισμένο αρχείο του Διονυσίου που βρίσκεται στο Άγιο Όρος, για το οποίο κανείς δεν έχει δείξει ενδιαφέρον.
    Το άλλο που θέλω να πω είναι αυτό  που έχει σχέση με τη σκληρότητα της ιστορικής μνήμης. Νομίζω ότι όλοι μας διαπιστώνουμε αυτή τη σκληρότητα από την πλήρη εγκατάλειψη του Μοναστηριού και ειδικότερα την επικινδυνότητα της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου στο Διχούνι. Η σημερινή υπαρξή τής Μονής Οφείλετε κυρίως στον ιερομόναχο Ιάκωβο Τζώρτζη(Τόν κατά τόν κόσμοΠαπαγιάννη)  που επί 70 χρόνια - μόνος του -  κράτησε το μοναστήρι. Χωρίς την «άγια» από κάθε πλευρά, παρουσία του, σήμερα δε θα υπήρχε μνημείο.
    Σήμερα θέλουμε να λέμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο με το χτες.
    Όμως  πολλά σημεία του χτες τα ζούμε, δυστυχώς, και σήμερα. Η παγκόσμια κοινότητα των ανθρώπων ζει την παγκόσμια αυτοκρατορία  και τα δεινά που απορρέουν από αυτήν, εξαιτίας των κερδοσκόπων του χρήματος και των τραπεζιτών.
    Σ’ όλα αυτά με ευκαιρία τής συμπλήρωσης 400 χρόνων  επετειακής καί ιστορικής μνήμης, εμείς από το ιστορικό μνημείο του μοναστηριού του Διονυσίου Φιλοσόφου, απαντούμε μ’ένα μικρό απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη: Τα αγάλματα:
    Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ίδια. Φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν  είχαν.
    Όταν χάλασαν τον Πόρο, τά’χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στο Άργος θα τα πουλούσαν των Ευρωπαίων.
    Χίλια τάλαρα γύρευαν…
    Πήρα τους στρατιώτες, τους, μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγούν από την πατρίδα μας.
    Γι’ αυτά πολεμήσαμε…
 
 
Υ.Γ Τό παρόν άρθρο Επιμελήθηκε από τόν  Διχουνιώτη
        Καθηγητή Γιάννη Α.Αναγνώστου.

Περισσότερες εικόνες: